Το ενδεχόμενο μιας νέας κορύφωσης των ενεργειακών τιμών μέσα στους επόμενους μήνες, αλλά και η προοπτική σταδιακής αποκλιμάκωσης από το 2027, διαμορφώνουν τα δύο βασικά σενάρια για την εξέλιξη της ενεργειακής κρίσης.
Καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσουν η διάρκεια των συγκρούσεων στον Περσικό Κόλπο, η ένταση του χειμώνα και η δυνατότητα αποκατάστασης των διεθνών ενεργειακών ροών, ενώ ειδικά για την Ευρώπη η επιστροφή σε χαμηλότερες τιμές δεν θεωρείται δεδομένη ακόμη και εάν υπάρξει γεωπολιτική εξομάλυνση.
Αυτή ήταν η βασική εικόνα που προέκυψε από τη συζήτηση για την «Ενεργειακή Ασφάλεια και Οικονομία», η οποία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 30ού συνεδρίου «Ενέργεια και Ανάπτυξη» του ΙΕΝΕ, με τη συμμετοχή του προέδρου και επιστημονικού διευθυντή του ΚΕΠΕ Παναγιώτη Πετράκη, του επικεφαλής Οικονομικής Ανάλυσης και Επενδυτικής Στρατηγικής της Τράπεζας Πειραιώς Ηλία Λεκκού, του προέδρου της Διαγαλαξιακές Υπηρεσίες Κώστα Μητρόπουλου και του ενεργειακού συμβούλου και προέδρου της Επιτροπής Downstream του ΙΕΝΕ Νικόλαου Λιάπη.
Πετράκης: Κορύφωση στα 140 δολάρια ή σταδιακή αποκλιμάκωση
Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Πετράκη, το τελευταίο τρίμηνο του 2026 είναι πιθανό να αποτελέσει το σημείο κορύφωσης της σημερινής αναταραχής στις αγορές πετρελαίου. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται στην ιστορική εμπειρία, σύμφωνα με την οποία οι γεωπολιτικές κρίσεις οδηγούν σε απότομες αλλά συνήθως προσωρινές αυξήσεις των τιμών.
Στο δυσμενές σενάριο, εάν υπάρξει περαιτέρω κλιμάκωση των συγκρούσεων, το πετρέλαιο θα μπορούσε να κινηθεί από τα επίπεδα των 110 δολαρίων ακόμη και προς τα 140 δολάρια το βαρέλι. Αντίθετα, στο βασικό σενάριο προβλέπεται σταδιακή αποκλιμάκωση από το 2027, με δυνατότητα επιστροφής κοντά στα 60 δολάρια το 2028.
Ο πρόεδρος του ΚΕΠΕ διευκρίνισε ότι η εξέλιξη αυτή δεν θα είναι απαραίτητα γρήγορη ή ομαλή, καθώς θα εξαρτηθεί από τις γεωπολιτικές εξελίξεις αλλά και από την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας.
Παρουσίασε επίσης τρία μεσοπρόθεσμα σενάρια, τα οποία συνδέονται με τη συνέχιση της επενδυτικής δυναμικής στην τεχνητή νοημοσύνη, το ενδεχόμενο τεχνολογικής κρίσης και την πιθανότητα δημοσιονομικής κρίσης λόγω της υπερχρέωσης των κρατών. Οι διαφορετικές αυτές εκδοχές θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αισθητά χαμηλότερες τιμές πετρελαίου σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα.
Παράλληλα, ο κ. Πετράκης προειδοποίησε ότι η διεθνής οικονομία εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας, καθώς η γεωπολιτική αστάθεια συμπίπτει με την εξασθένηση των παραγόντων που συντηρούν την ανάπτυξη.
Λεκκός: Η αγορά μπορεί να εξομαλυνθεί ταχύτερα από τις προβλέψεις
Περισσότερο αισιόδοξος για τις δυνατότητες εξομάλυνσης των αγορών εμφανίστηκε ο Ηλίας Λεκκός, επισημαίνοντας ότι η παγκόσμια ενεργειακή αγορά εισήλθε στη σημερινή κρίση υπό συνθήκες δυνητικής υπερπροσφοράς.
Όπως ανέφερε, χωρίς την πολεμική αναταραχή, η παγκόσμια οικονομία θα διέθετε πλεόνασμα ενέργειας, γεγονός που δημιουργεί τις προϋποθέσεις για γρήγορη υποχώρηση των τιμών εφόσον υπάρξει διευθέτηση των συγκρούσεων.
Ενδεικτικά υπενθύμισε ότι τον Ιούνιο του 2026, όταν δημιουργήθηκαν προσδοκίες για αποκλιμάκωση της έντασης, οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν με μεγάλη ταχύτητα.
Σημαντικό μέρος της σημερινής επιβάρυνσης, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν συνδέεται αποκλειστικά με τη φυσική έλλειψη πετρελαίου, αλλά με τα υψηλά μεταφορικά κόστη και τα ασφάλιστρα που επιβάλλονται λόγω της επικινδυνότητας στην περιοχή του Περσικού Κόλπου.
Επομένως, μια γεωπολιτική διευθέτηση θα μπορούσε να οδηγήσει σε ταχύτερη αποκλιμάκωση από εκείνη που θα απαιτούσε η πλήρης αποκατάσταση των ενεργειακών υποδομών.
Ο κ. Λεκκός υπογράμμισε πάντως ότι η Ευρώπη ενδέχεται να συνεχίσει να πληρώνει υψηλότερες τιμές σε σχέση με άλλες αγορές, εξαιτίας των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και των διαρθρωτικών αδυναμιών του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος.
Η ελληνική οικονομία και το όφελος των 2 δισ. ευρώ
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο επικεφαλής οικονομικής ανάλυσης της Πειραιώς στην ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας, η οποία, όπως σημείωσε, έχει ανταποκριθεί στις ενεργειακές αναταράξεις καλύτερα από τις αρχικές εκτιμήσεις.
Μάλιστα, παρουσίασε ένα στοιχείο που διαφοροποιεί σημαντικά τη σημερινή κρίση από εκείνη του 2022. Τότε, η εκτίναξη των τιμών του φυσικού αερίου είχε προκαλέσει σημαντική επιδείνωση του εξωτερικού ισοζυγίου της χώρας. Αντίθετα, σήμερα η Ελλάδα καταγράφει το χαμηλότερο έλλειμμα εξωτερικών συναλλαγών των τελευταίων τουλάχιστον πέντε ετών.
Σύμφωνα με τον κ. Λεκκό, η βελτίωση που συνδέεται με τη διαφοροποίηση του ενεργειακού μείγματος και την ισχυρή εξαγωγική δραστηριότητα των ελληνικών διυλιστηρίων αντιστοιχεί σε όφελος περίπου 1,7 έως 2 δισ. ευρώ μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2026.
Η αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή και η δυνατότητα των ελληνικών διυλιστηρίων να εξάγουν σημαντικές ποσότητες πετρελαϊκών προϊόντων έχουν λειτουργήσει ως αντιστάθμισμα στις επιπτώσεις των υψηλών διεθνών τιμών.
Την ίδια στιγμή, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται με ρυθμούς σχεδόν διπλάσιους από εκείνους της Ευρωζώνης, αξιοποιώντας την επενδυτική δυναμική και τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης.
Αντίθετα, για την Ευρωζώνη ο κ. Λεκκός επισήμανε ότι παραμένει υπαρκτός ο κίνδυνος στασιμοπληθωρισμού, αν και οι αυξημένες δημόσιες δαπάνες, ιδιαίτερα στη Γερμανία, εξακολουθούν να στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι εκτιμήσεις για την ανάπτυξη της Ευρωζώνης το 2026 έχουν αναθεωρηθεί από περίπου 0,7% σε 1,1%.
Μητρόπουλος: Οι υψηλές τιμές στην Ευρώπη δεν είναι μόνο αποτέλεσμα του πολέμου
Στις διαρθρωτικές αδυναμίες της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας επικεντρώθηκε ο Κώστας Μητρόπουλος, υποστηρίζοντας ότι η σημερινή κατάσταση αποτελεί περισσότερο μια μακροχρόνια αναδιάρθρωση του παγκόσμιου ενεργειακού εμπορίου παρά μια συμβατική κρίση.
Κατά την εκτίμησή του, η Ευρώπη έχει συμβάλει στη διαμόρφωση των σημερινών συνθηκών υψηλού κόστους μέσα από τις πολιτικές επιλογές περιορισμού των ενεργειακών εισαγωγών από τη Ρωσία.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε τη μεγάλη απόκλιση μεταξύ των τιμών φυσικού αερίου στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με τον ίδιο, η τιμή του TTF είναι περίπου επταπλάσια από εκείνη του αμερικανικού Henry Hub, μια διαφορά που δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στο κόστος μεταφοράς του LNG.
Ο κ. Μητρόπουλος εκτίμησε ότι η αβεβαιότητα και η χρηματιστηριακή διάσταση των ενεργειακών αγορών έχουν αποκτήσει καθοριστική σημασία στη διαμόρφωση των τιμών, ενώ προειδοποίησε ότι ακόμη και μετά τη λήξη των συγκρούσεων δεν θα πρέπει να αναμένεται αυτόματη επιστροφή στα προηγούμενα επίπεδα.
Σε ό,τι αφορά τον χρονικό ορίζοντα εξομάλυνσης, ανέφερε ότι οι ενεργειακές ροές από τον Περσικό Κόλπο θα μπορούσαν να αποκατασταθούν σε περίπου έναν μήνα μετά την άρση των περιορισμών, ενώ για την αποκατάσταση των ζημιών στις υποδομές θα απαιτούνταν τρεις έως εννέα μήνες.
Ειδικά για το φυσικό αέριο, η επάνοδος του Κατάρ στην παγκόσμια αγορά θα αποτελούσε σημαντικό παράγοντα αποκλιμάκωσης, με τον ίδιο να εκτιμά ότι η πλήρης αποκατάσταση της τροφοδοσίας θα μπορούσε να απαιτήσει αρκετούς μήνες.
Ωστόσο, ιδιαίτερη σημασία απέδωσε στις ευρωπαϊκές αποφάσεις για τη διακοπή των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου έως το τέλος του 2027. Όπως υποστήριξε, η ανάγκη αντικατάστασης αυτών των ποσοτήτων με ακριβότερες εναλλακτικές πηγές θα μπορούσε να διατηρήσει υψηλό το ενεργειακό κόστος στην Ευρώπη.
Για την Ελλάδα, επισήμανε ότι απαιτείται έγκαιρος σχεδιασμός για την εξασφάλιση εναλλακτικών προμηθειών και την ενίσχυση των υποδομών, ιδιαίτερα στον τομέα της αποθήκευσης φυσικού αερίου.
Η ανάγκη αποθήκευσης και η αναπτυξιακή προοπτική
Στη σημασία της ενεργειακής ασφάλειας και της διατήρησης επαρκών αποθεμάτων αναφέρθηκε ο Νικόλαος Λιάπης, εκτιμώντας ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα της σημερινής κρίσης είναι περισσότερο το υψηλό κόστος παρά η πιθανότητα πλήρους διακοπής του εφοδιασμού.
Όπως σημείωσε, η διατήρηση στρατηγικών αποθεμάτων και η ύπαρξη επαρκών ενεργειακών υποδομών αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για την αντιμετώπιση ανάλογων κρίσεων, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία οι αγορές LNG εμφανίζουν αυξημένη μεταβλητότητα.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στις δυνατότητες που δημιουργούνται για την Ελλάδα από την περαιτέρω ανάπτυξη των ΑΠΕ, των ενεργειακών διασυνδέσεων και της αποθήκευσης.
Από την πλευρά του, ο Ηλίας Λεκκός εκτίμησε ότι ο ενεργειακός τομέας θα μπορούσε μεσομακροπρόθεσμα να εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της ελληνικής οικονομίας, αποκτώντας ακόμη και συμβολή αντίστοιχη με εκείνη του τουρισμού.
Ο Κώστας Μητρόπουλος υπογράμμισε τέλος ότι για να αξιοποιηθεί αυτή η δυνατότητα δεν αρκεί η Ελλάδα να λειτουργεί ως διαμετακομιστικός κόμβος ενέργειας. Χρειάζεται, όπως ανέφερε, μια ολοκληρωμένη βιομηχανική πολιτική που θα επιτρέπει την αξιοποίηση της ενέργειας από εγχώριες παραγωγικές δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας.
