Εδώ και οκτώ μήνες, η αγορά πετρελαίου βρίσκεται εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενες πραγματικότητες: από τη μία πλευρά, τις πληροφορίες για ανάκαμψη της προσφοράς από τον Περσικό Κόλπο και, από την άλλη, τη διαρκή απειλή μιας ευρύτερης πολεμικής σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Ωστόσο, παρά τις ολοένα και πιο αισιόδοξες ειδήσεις για την επιστροφή των εξαγωγών πετρελαίου σε φυσιολογικά επίπεδα, το Brent εξακολουθεί να διαπραγματεύεται πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι. Οι διεθνείς τιμές οδεύουν προς τον τέταρτο διαδοχικό μήνα ανόδου, γεγονός που δείχνει ότι η αγορά δεν αντιδρά πλέον στους τίτλους των ειδήσεων όπως στο παρελθόν.
Η φαινομενική αυτή αντίφαση αποκαλύπτει μια βαθύτερη αλλαγή. Οι τιμές του πετρελαίου δεν καθορίζονται πλέον αποκλειστικά από τον αριθμό των βαρελιών που παράγουν οι χώρες ή από τις ποσότητες αργού που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ. Οι επενδυτές συνυπολογίζουν όλο και περισσότερο τους κινδύνους που συνδέονται με τη μεταφορά, την ασφάλιση και την παράδοση αυτών των φορτίων στους τελικούς προορισμούς τους. Στη σημερινή αγορά, η ασφάλεια της τροφοδοσίας έχει αποκτήσει εξίσου μεγάλη σημασία με τον όγκο της προσφοράς.
Οι κίνδυνοι παραμένουν
Πριν από περίπου έναν μήνα, οι πληροφορίες ότι οι αποστολές πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ είχαν επανέλθει στα προπολεμικά επίπεδα οδήγησαν σε υποχώρηση των τιμών. Οι χώρες του Κόλπου φαινόταν να αποκαθιστούν τις εξαγωγές τους, ενισχύοντας τις προσδοκίες ότι η αναταραχή που προκάλεσε η σύγκρουση με το Ιράν πλησίαζε στο τέλος της.
Ωστόσο, η αισιοδοξία αποδείχθηκε βραχύβια.
Παρά τη βελτίωση των εξαγωγών, το περιβάλλον ασφάλειας στη ναυσιπλοΐα έχει επιδεινωθεί σημαντικά. Τα δεξαμενόπλοια εξακολουθούν να αποτελούν στόχους επιθέσεων με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη, ενώ τα ασφάλιστρα και οι ναύλοι έχουν εκτοξευθεί. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, δεκάδες πλοία έχουν βρεθεί στο στόχαστρο τις τελευταίες εβδομάδες, μετατρέποντας τη μεταφορά αργού πετρελαίου από την περιοχή σε μια ολοένα ακριβότερη και πιο απρόβλεπτη δραστηριότητα.
Το αποτέλεσμα είναι να διευρύνεται η απόσταση ανάμεσα στο πετρέλαιο που θεωρητικά είναι διαθέσιμο και σε εκείνο που μπορεί πράγματι να παραδοθεί με ασφάλεια και οικονομικά βιώσιμο τρόπο.
Η Σαουδική Αραβία, για παράδειγμα, βασίζεται όλο και περισσότερο σε μεταφορτώσεις πετρελαίου από πλοίο σε πλοίο, ανοιχτά των ακτών του Ομάν, προκειμένου να περιορίσει την έκθεση των δεξαμενόπλοιών της σε επιθέσεις στα Στενά του Ορμούζ και στην Ερυθρά Θάλασσα. Η πρακτική αυτή προσφέρει εναλλακτικές δυνατότητες μεταφοράς, δημιουργεί όμως πρόσθετες επιχειρησιακές δυσκολίες και αυξάνει τη ζήτηση για έναν ήδη περιορισμένο στόλο δεξαμενόπλοιων.
Οι ναύλοι για τη μεταφορά πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή έχουν, ως αποτέλεσμα, φτάσει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Ορισμένοι παραγωγοί έχουν μάλιστα αναγκαστεί να προσφέρουν εκπτώσεις για να προσελκύσουν αγοραστές, παρά την εμφανή ανάκαμψη των εξαγωγών.
Όπως έχει επισημάνει ο στρατηγικός αναλυτής εμπορευμάτων της UBS, Τζοβάνι Σταουνοβο, η ανάκαμψη των εξαγωγών από τον Κόλπο συμπίπτει με σημαντική επιδείνωση της ασφάλειας στη θάλασσα, καθώς το κόστος ασφάλισης και μεταφοράς αυξάνεται απότομα.
Το απόθεμα ασφαλείας
Υπάρχει ένας ακόμη λόγος για τον οποίο οι τιμές του πετρελαίου εμφανίζουν πλέον τόσο μεγάλη ανθεκτικότητα απέναντι στις αρνητικές ειδήσεις: το παγκόσμιο απόθεμα ασφαλείας που αρχικά βοήθησε την αγορά να απορροφήσει το σοκ του πολέμου έχει σε μεγάλο βαθμό εξαφανιστεί.
Όταν ξέσπασαν οι εχθροπραξίες πριν από οκτώ μήνες, η αγορά αντέδρασε με αξιοσημείωτη αυτοσυγκράτηση. Οι περισσότεροι επενδυτές εκτιμούσαν ότι η σύγκρουση δεν θα διαρκούσε πολύ και ότι οι διαταραχές στις εξαγωγές από τον Περσικό Κόλπο θα αντιστρέφονταν σύντομα. Επιπλέον, η παγκόσμια αγορά διέθετε τότε σχετικά άνετα αποθέματα πετρελαίου.
Αυτή η αρχική αισιοδοξία αποτυπώθηκε ιδιαίτερα έντονα στις αγορές συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης (futures), όπου οι τιμές δεν ενσωμάτωσαν αμέσως την πραγματική έκταση της διαταραχής.
Η φυσική αγορά, ωστόσο, παρουσίαζε μια διαφορετική εικόνα. Οι αγοραστές που αναζητούσαν πραγματικά φορτία πετρελαίου αντιμετώπιζαν πολύ πιο περιορισμένες συνθήκες προσφοράς, με αποτέλεσμα οι τιμές του φυσικού αργού να αυξηθούν σημαντικά ταχύτερα από τις τιμές των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης.
Με την πάροδο του χρόνου, η απόσταση μεταξύ των δύο αγορών άρχισε να περιορίζεται, καθώς οι συνέπειες της παρατεταμένης διαταραχής γίνονταν όλο και πιο δύσκολο να αγνοηθούν.
Οκτώ μήνες μετά την έναρξη της σύγκρουσης, η κατάσταση έχει αλλάξει ριζικά. Τα αποθέματα και η διαθέσιμη πλεονάζουσα παραγωγική δυναμικότητα δεν προσφέρουν πλέον την ίδια προστασία απέναντι σε απρόβλεπτες διαταραχές. Η αγορά είναι πλέον πολύ πιο ευάλωτη σε νέους κραδασμούς, είτε αυτοί προέρχονται από επιθέσεις σε πλοία, είτε από ζημιές σε ενεργειακές εγκαταστάσεις είτε από νέους περιορισμούς στις εξαγωγές.
Η πίεση επεκτείνεται επίσης πέρα από το αργό πετρέλαιο. Οι ελλείψεις ντίζελ και οι εξαιρετικά υψηλές τιμές των καυσίμων αποδεικνύουν ότι η κρίση επηρεάζει πλέον ολόκληρη την ενεργειακή αλυσίδα εφοδιασμού. Τα διυλισμένα προϊόντα έχουν ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποτελούν βασική προϋπόθεση για τις μεταφορές, τη γεωργία, τη βιομηχανία και το παγκόσμιο εμπόριο.
Γιατί τα αναλυτικά μοντέλα δυσκολεύονται να εξηγήσουν την αγορά
Η απόσταση ανάμεσα στις θεωρητικές αποτιμήσεις και στις πραγματικές τιμές συναλλαγών γίνεται όλο και πιο εμφανής.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, η επικεφαλής του τμήματος παγκόσμιων εμπορευμάτων της JPMorgan, Νατάσα Κάνεβα, έχει θέσει το ερώτημα πώς πρέπει να αποτιμάται το πετρέλαιο οκτώ μήνες μετά την έναρξη της σύγκρουσης. Το μοντέλο της τράπεζας υπολογίζει τη θεωρητική δίκαιη αξία του Brent περίπου στα 94 δολάρια το βαρέλι.
Η αγορά, ωστόσο, διαπραγματεύεται αρκετά υψηλότερα.
Η διαφορά αυτή αναδεικνύει τους περιορισμούς των συμβατικών μοντέλων τιμολόγησης σε περιόδους γεωπολιτικής αστάθειας. Τα μοντέλα που βασίζονται στην παραγωγή, την κατανάλωση, τα αποθέματα και τις ιστορικές συσχετίσεις δυσκολεύονται να αποτυπώσουν πλήρως το κόστος ασφάλισης των πλοίων, τη διαθεσιμότητα δεξαμενόπλοιων και την πιθανότητα μιας αιφνίδιας στρατιωτικής κλιμάκωσης.
Ουσιαστικά, η αγορά πετρελαίου ενσωματώνει ένα πρόσθετο τίμημα για την αβεβαιότητα: την αβεβαιότητα για το αν τα δεξαμενόπλοια θα φτάσουν με ασφάλεια στον προορισμό τους, αν οι θαλάσσιες οδοί θα παραμείνουν ανοικτές και αν οι παραγωγοί θα μπορέσουν να διατηρήσουν τα σημερινά επίπεδα εξαγωγών.
Αυτό το γεωπολιτικό ασφάλιστρο κινδύνου δύσκολα θα εξαφανιστεί απλώς και μόνο επειδή μια νέα ανακοίνωση αναφέρει ότι οι εξαγωγές από τον Περσικό Κόλπο έχουν ανακάμψει.
Η επόμενη γεωπολιτική κρίση
Πέρα από τα άμεσα προβλήματα μεταφοράς και φυσικής προσφοράς, οι τιμές του πετρελαίου αντανακλούν και τις προσδοκίες για τις επόμενες εξελίξεις.
Η πιθανότητα αναζωπύρωσης των εχθροπραξιών με τη συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ισραήλ και του Ιράν εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πηγή ανησυχίας για τις αγορές. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει αφήσει να εννοηθεί σε αρκετές περιπτώσεις ότι εξετάζεται το ενδεχόμενο επιστροφής σε στρατιωτική δράση μετά τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου. Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, έχει προειδοποιήσει ότι οποιαδήποτε νέα επίθεση θα προκαλέσει αντίποινα.
Οι διπλωματικές προσπάθειες με τη συμμετοχή χωρών του Κόλπου και του Πακιστάν δεν έχουν μέχρι στιγμής οδηγήσει σε μια πειστική συμφωνία που θα μπορούσε να καθησυχάσει τις ενεργειακές αγορές.
Έτσι, το πολιτικό ημερολόγιο έχει μετατραπεί σε σημαντικό παράγοντα διαμόρφωσης των τιμών. Οι επενδυτές δεν αξιολογούν απλώς την κατάσταση της σύγκρουσης σήμερα, αλλά προεξοφλούν την πιθανότητα περαιτέρω επιδείνωσής της μετά τις εκλογές.
Μια νέα στρατιωτική αντιπαράθεση θα μπορούσε να απειλήσει τις θαλάσσιες οδούς, να προκαλέσει ζημιές σε ενεργειακές υποδομές και να παρατείνει τη διαταραχή των εξαγωγών. Ακόμη και η πιθανότητα τέτοιων εξελίξεων αρκεί για να αποθαρρύνει τις επιθετικές τοποθετήσεις υπέρ της πτώσης των τιμών.
Αυτό το στοιχείο της προεξόφλησης του μέλλοντος εξηγεί γιατί το πετρέλαιο παραμένει ακριβό παρά τη βελτίωση των εξαγωγών. Η αγορά δεν αποτιμά μόνο την προσφορά που είναι διαθέσιμη σήμερα, αλλά και την πιθανότητα σημαντικό μέρος της να καταστεί απρόσιτο αύριο.
Προειδοποιήσεις
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) έχει επίσης προειδοποιήσει ότι δεν πρέπει να αναμένονται γρήγορες επιστροφές στην κανονικότητα. Ο εκτελεστικός διευθυντής του, Φατίχ Μπιρόλ, εκτιμά ότι η διαταραχή μπορεί να συνεχιστεί και μέσα στο επόμενο έτος, επισημαίνοντας ότι δεν βλέπει αξιόπιστη προοπτική επιστροφής των ενεργειακών αγορών στις συνθήκες που επικρατούσαν πριν από τον πόλεμο.
Η εκτίμηση αυτή αναδεικνύει το μέγεθος της πρόκλησης. Ακόμη και μια αποκλιμάκωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων δεν θα αποκαθιστούσε αμέσως την ομαλή λειτουργία των θαλάσσιων μεταφορών, δεν θα εξάλειφε τα αυξημένα ασφάλιστρα και δεν θα αναπλήρωνε τα αποθέματα που έχουν εξαντληθεί. Οι αλυσίδες εφοδιασμού χρειάζονται χρόνο για να ανακάμψουν, ενώ η εμπιστοσύνη των πλοιοκτητών, των ασφαλιστικών εταιρειών και των αγοραστών εμπορευμάτων δεν αποκαθίσταται από τη μια ημέρα στην άλλη.
Η κρίση ενδέχεται επίσης να επιταχύνει τη μετάβαση προς την ηλεκτρική ενέργεια, όπως έχει επισημάνει ο Μπιρόλ. Ωστόσο, αυτή η εξέλιξη δεν πρόκειται να προσφέρει άμεση λύση. Οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος εξακολουθούν να συνδέονται στενά με το κόστος των υδρογονανθράκων, οι οποίοι εξακολουθούν να καλύπτουν σημαντικό μέρος της παγκόσμιας ηλεκτροπαραγωγής.
Η επόμενη κίνηση
Το βασικό συμπέρασμα από τη συμπεριφορά της αγοράς πετρελαίου τους τελευταίους μήνες είναι ότι τα στοιχεία για την προσφορά δεν αρκούν πλέον για να περιγράψουν ολόκληρη την εικόνα. Οι περισσότερες εξαγωγές δεν σημαίνουν αυτομάτως μεγαλύτερη ασφάλεια εφοδιασμού, ιδιαίτερα όταν τα πλοία που μεταφέρουν αυτά τα φορτία αντιμετωπίζουν πρωτοφανείς κινδύνους και το παγκόσμιο απόθεμα ασφαλείας έχει σε μεγάλο βαθμό εξαντληθεί.
Όσο οι ναύλοι παραμένουν υψηλοί, οι ασφαλιστικές αγορές διατηρούν την επιφυλακτικότητά τους και η πιθανότητα νέας σύγκρουσης εξακολουθεί να σκιάζει τον Περσικό Κόλπο, οι τιμές του πετρελαίου θα συνεχίσουν να ενσωματώνουν ένα σημαντικό γεωπολιτικό ασφάλιστρο κινδύνου.
Η παραμονή του Brent πάνω από τα 100 δολάρια μπορεί να φαίνεται υπερβολική σε σύγκριση με ορισμένα αναλυτικά μοντέλα. Ωστόσο, αντανακλά μια αγορά που βρίσκεται αντιμέτωπη με κινδύνους τους οποίους οι συμβατικοί υπολογισμοί δυσκολεύονται να αποτυπώσουν.
