Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Πόλεμος και πετρέλαιο: Ποιοι θησαυρίζουν από την ενεργειακή κρίση

Τεράστια έκτακτα κέρδη αποκομίζουν οι μεγαλύτερες πετρελαϊκές και ενεργειακές εταιρείες του κόσμου μετά την εκτίναξη των τιμών πετρελαίου που προκάλεσε ο πόλεμος στο Ιράν. 






Σύμφωνα με έρευνα-ανάλυση που δημοσιεύει ο Guardian, οι 100 μεγαλύτερες εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως κατέγραψαν κέρδη που αντιστοιχούν σε περισσότερα από 30 εκατομμύρια δολάρια την ώρα μόνο κατά τον πρώτο μήνα της σύγκρουσης. Η άνοδος της τιμής του πετρελαίου που έφθασε κατά μέσο όρο στα 100 δολάρια το βαρέλι τον Μάρτιο προκάλεσε ένα νέο κύμα υπερκερδών για τον κλάδο. Οι εταιρείες υπολογίζεται ότι αποκόμισαν περίπου 23 δισ. δολάρια μέσα σε έναν μήνα, ενώ αν οι τιμές διατηρηθούν στα ίδια επίπεδα, τα συνολικά επιπλέον κέρδη θα μπορούσαν να φτάσουν τα 234 δισ. δολάρια μέχρι το τέλος του έτους. 

Οι μεγάλοι κερδισμένοι Μεγάλος ωφελημένος της νέας ενεργειακής αναταραχής εμφανίζεται η Saudi Aramco, η κρατικά ελεγχόμενη πετρελαϊκή εταιρεία της Σαουδικής Αραβίας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, η εταιρεία θα μπορούσε να καταγράψει επιπλέον κέρδη 25,5 δισ. δολαρίων από τις υψηλές τιμές που συνδέονται με τη σύγκρουση στο Ιράν. Η εταιρεία ήδη συγκαταλέγεται στις πιο κερδοφόρες παγκοσμίως: την περίοδο 2016–2023 κατέγραφε κατά μέσο όρο περίπου 250 εκατομμύρια δολάρια κέρδη την ημέρα. Σημαντικά οφέλη αναμένεται να καταγράψουν επίσης τρεις μεγάλες ρωσικές εταιρείες ενέργειας – Gazprom, Rosneft και Lukoil – οι οποίες εκτιμάται ότι θα αποκομίσουν συνολικά περίπου 23,9 δισεκατομμύρια δολάρια έως το τέλος του έτους από την άνοδο των τιμών. Η ενεργειακή κρίση ενισχύει ταυτόχρονα και τα έσοδα της Ρωσίας από τις εξαγωγές πετρελαίου. Σύμφωνα με ανάλυση του Centre for Research on Energy and Clean Air, τα ημερήσια έσοδα της χώρας από πετρέλαιο έφτασαν τον Μάρτιο τα 840 εκατομμύρια δολάρια, αυξημένα κατά περίπου 50% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα. 

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, μεγάλες εταιρείες του κλάδου καταγράφουν επίσης σημαντικά οφέλη. Η ExxonMobil αναμένεται να αποκομίσει περίπου 11 δισ. δολάρια επιπλέον κερδών εάν οι τιμές παραμείνουν στα σημερινά επίπεδα, ενώ η Shell εκτιμάται ότι θα ενισχυθεί κατά περίπου 6,8 δισ. δολάρια. Η Chevron βρίσκεται επίσης σε τροχιά σημαντικών κερδών, τα οποία υπολογίζονται σε περίπου 9,2 δισ. δολάρια. Ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Μάικ Βιρτ, πούλησε μάλιστα μετοχές αξίας 104 εκατ. δολαρίων τους πρώτους μήνες του έτους. Η άνοδος των τιμών της ενέργειας αποτυπώνεται και στη χρηματιστηριακή αξία των εταιρειών. Μέσα στον μήνα που ακολούθησε την έναρξη της σύγκρουσης, η κεφαλαιοποίηση της ExxonMobil αυξήθηκε κατά περίπου 118 δισ. δολάρια, ενώ της Shell κατά περίπου 34 δισ. 

Το κόστος για καταναλωτές και οικονομίες Την ίδια στιγμή, το οικονομικό βάρος της ενεργειακής κρίσης μετατίθεται κυρίως στους πολίτες και στις επιχειρήσεις. Οι καταναλωτές πληρώνουν ακριβότερα καύσιμα για μετακινήσεις και θέρμανση, ενώ οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν αυξημένους λογαριασμούς ενέργειας. Για να περιορίσουν τις επιπτώσεις, πολλές κυβερνήσεις προχώρησαν σε μειώσεις φόρων στα καύσιμα, προκειμένου να στηρίξουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις. 

Ωστόσο, το μέτρο αυτό μειώνει τα κρατικά έσοδα, περιορίζοντας τους διαθέσιμους πόρους για δημόσιες υπηρεσίες. Χώρες όπως η Αυστραλία, η Νότια Αφρική, η Ιταλία, η Βραζιλία και η Ζάμπια συγκαταλέγονται σε εκείνες που έχουν ήδη προχωρήσει σε τέτοιες παρεμβάσεις. Πιέσεις για φορολόγηση των υπερκερδών Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντείνεται η συζήτηση για την επιβολή έκτακτων φόρων στα ενεργειακά υπερκέρδη. Πέντε χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης – η Γερμανία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Αυστρία – ζήτησαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάσει την επιβολή σχετικών μέτρων. Σε επιστολή τους, οι υπουργοί Οικονομικών των χωρών αυτών υπογραμμίζουν ότι πρέπει να σταλεί ένα σαφές μήνυμα ότι όσοι επωφελούνται από τις συνέπειες ενός πολέμου οφείλουν να συμβάλουν στην ανακούφιση της κοινωνίας. 

Σύμφωνα με τους ίδιους, μια τέτοια φορολόγηση θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει προσωρινά μέτρα στήριξης για τους καταναλωτές και να συμβάλει στον περιορισμό του πληθωρισμού, χωρίς να επιβαρύνει περαιτέρω τους δημόσιους προϋπολογισμούς. Ηδη, από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, το κόστος για την ΕΕ από τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων έχει αυξηθεί κατά περίπου 22 δισεκατομμύρια ευρώ. Η νέα κρίση επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για την εξάρτηση των οικονομιών από τα ορυκτά καύσιμα, τονίζει η βρετανική εφημερίδα. 

Ο επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, Φατίχ Μπιρόλ, χαρακτήρισε τις εξελίξεις ως τη μεγαλύτερη διαταραχή που έχει δεχθεί ποτέ η παγκόσμια αγορά ενέργειας. Αντίστοιχα, ο επικεφαλής για το κλίμα των Ηνωμένων Εθνών, Σιμόν Στιλ, προειδοποίησε ότι η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα υπονομεύει την ενεργειακή ασφάλεια των κρατών. Οπως σημείωσε, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μπορούν να λειτουργήσουν ως ασπίδα απέναντι σε τέτοιες κρίσεις, καθώς δεν επηρεάζονται από γεωπολιτικές εντάσεις ή κρίσιμες θαλάσσιες οδούς μεταφοράς. 

Τα υπερκέρδη που καταγράφονται σήμερα δεν αποτελούν μεμονωμένο φαινόμενο. Ο τομέας πετρελαίου και φυσικού αερίου παραμένει εδώ και δεκαετίες ένας από τους πιο κερδοφόρους κλάδους της παγκόσμιας οικονομίας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, ο κλάδος έχει αποκομίσει κατά μέσο όρο περίπου ένα τρισ. δολάρια καθαρού κέρδους κάθε χρόνο τα τελευταία 50 χρόνια, ενώ σε περιόδους κρίσεων – όπως το 2022 με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία – τα κέρδη αυξάνονται ακόμη περισσότερο. Επιπλέον, ο τομέας των ορυκτών καυσίμων επωφελείται και από σημαντικές κρατικές επιδοτήσεις. 

Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, οι επιδοτήσεις αυτές έφτασαν τα 1,3 τρισ. δολάρια το 2022. Περιβαλλοντικές οργανώσεις και ενεργειακοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι η νέα κρίση αναδεικνύει για ακόμη μία φορά τον κίνδυνο της υπερβολικής εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα. Οπως σημειώνουν, η ενίσχυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των τεχνολογιών μηδενικών εκπομπών θεωρείται πλέον κρίσιμη όχι μόνο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, αλλά και για τη μακροπρόθεσμη ενεργειακή ασφάλεια των οικονομιών.