Πάνω από τα 100 δολάρια ή για την ακρίβεια λίγο πάνω από τα 101 δολάρια το βαρέλι διαπραγματεύονταν τα συμβόλαια του Brent την Τετάρτη, με το άνοιγμα των αμερικανικών αγορών, ενώ για το αμερικανικό αργό WTI οι τιμές στα futures κυμαίνονταν πάνω από τα 92 δολάρια το βαρέλι.
Από την άποψη των τιμών διυλιστηρίου dated spot Platts, το φαινόμενο των ακριβών τιμών τώρα, σε σχέση με τις μελλοντικές τιμές έχει μεν αμβλυνθεί, όπως και το spread με τις τιμές των futures, αλλά με κάθε αφορμή το λεγόμενο backwardation, κάνει την εμφάνιση του καθώς οι ροές δεν έχουν επαναληφθεί. Η διαφορά κυμαίνεται περίπου στα 15 δολάρια το βαρέλι.
Είναι χαρακτηριστικά όσα είπε προχθές, κορυφαίο στέλεχος της μεγάλης εταιρίας Trafigura που εμπορεύεται πετρέλαια σε συνέδριο των Financial Times: «Έχετε ήδη σε αυτή τη φάση χάσει ένα δισεκατομμύριο βαρέλια, ακόμα κι αν το πρόβλημα επιλυθεί αύριο. Αν διαρκέσει ακόμα έναν μήνα είναι 1,5 δισεκατομμύριο βαρέλια», δήλωσε ο Saad Rahim, επικεφαλής οικονομολόγος της Trafigura, στην Παγκόσμια Σύνοδο Κορυφής, Εμπορευμάτων των FT.
Οι spot dated τιμές Απριλίου για το Brent ήταν χθες στα 114 δολάρια αυξημένες από προχθές πάνω από 2 δολάρια. Οι τιμές για το Μάιο είναι χαμηλότερα στα 98,79 και προχθές (στο κλείσιμο των συμβολαίων του WTI ήταν στα 96,17 δολάρια) και για τον Ιούνιο στα 93,06 δολάρια.
Για τον Ιούλιο είναι στα 89,43 δολάρια.
Στα συμβόλαια του αμερικανικού αργού WTI που έληξαν προχθές οι τιμές αυξήθηκαν κατευθείαν με το ρολάρισμα στα συμβόλαια Ιουνίου.
Στο νέο συμβόλαιο Ιουνίου του WTI που λήγει το Μάιο στις 19 άνοιξαν αμέσως 333.459 θέσεις (κάθε ένα μεγάλο συμβόλαιο, αντιπροσωπεύει χίλια βαρέλια). Τα τρέχοντα συμβόλαια brent Ιουνίου, λήγουν με τη σειρά τους στις 30 Απριλίου στην αγορά ICE του Λονδίνου.
Το report της S&P για τις αεροπορικές πτήσεις στην Ευρώπη –Έκοψαν μόνον τα παλιά αεριωθούμενα
Η ευρωπαϊκή αγορά αντιμετωπίζει περικοπές πτήσεων από αεροπορικές εταιρείες εν μέσω συνεχιζόμενης αύξησης των τιμών των καυσίμων αεριωθούμενων και πιθανών ελλείψεων.
Οι τιμές χονδρικής των καυσίμων αεριωθούμενων στην Ευρώπη έχουν εκτοξευθεί από την έναρξη του πολέμου Ιράν-ΗΠΑ και το ουσιαστικό κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ στα τέλη Φεβρουαρίου 2026. Η Platts, μέρος της S&P Global Energy, εκτίμησε την σταθερή τιμή CIF για τα αεριωθούμενα στη Βορειοδυτική Ευρώπη στα 1.521 δολάρια/μετρικό τόνο κατά μέσο όρο τον Μάρτιο, περίπου 97% υψηλότερη από τον προπολεμικό μέσο όρο τον Φεβρουάριο και 1.503 δολάρια/μετρικό τόνο μέχρι στιγμής τον Απρίλιο.
Οι τιμές συνεχίζουν να επηρεάζουν τον κλάδο παρά την σχετικά ευρύτερη αντιστάθμιση κινδύνου των ευρωπαϊκών αεροπορικών εταιρειών, καθώς το κόστος των αυξήσεων των καυσίμων που δεν έχουν αντισταθμιστεί ασκεί πίεση στις αποδόσεις των αεροπορικών εταιρειών.
«Το τελευταίο κύμα ακυρώσεων ήταν η ανακοίνωση της καθήλωσης 20.000 πτήσεων μεταξύ Μαΐου και Οκτωβρίου από τον Όμιλο Lufthansa στις 21 Απριλίου, η οποία θα οδηγήσει σε μείωση της χωρητικότητας κατά 1% για την αεροπορική εταιρεία και σε μείωση περίπου 40.000 μετρικών τόνων στη ζήτηση καυσίμων.
Παρ' όλα αυτά, οι περικοπές μέχρι στιγμής έχουν επικεντρωθεί σε ζημιογόνες διαδρομές που εξυπηρετούνται από παλαιότερα, λιγότερο αποδοτικά αεροπλάνα, τα οποία επρόκειτο να καταργηθούν» σταδιακά τα επόμενα χρόνια.
«Λόγω της αύξησης των τιμών των καυσίμων αεριωθούμενων αεροσκαφών, αυτό θα επιτευχθεί σημαντικά πιο αποτελεσματικά από πριν», ανέφερε η αεροπορική εταιρεία σε σημείωμα στις 21 Απριλίου. Η Lufthansa ανέφερε ότι το τμήμα των πτήσεων μεγάλων αποστάσεων δεν θα επηρεαστεί.
Οι αεροπορικές εταιρείες επιλέγουν τμήματα της επιχείρησης που «δίνουν τα χαμηλότερα δυνατά αποτελέσματα», δήλωσε μια πηγή κοντά στην αγορά των αερομεταφορών. «Υπάρχουν νέα αεροσκάφη που είναι 20-30% πιο αποδοτικά στα καύσιμα. Σε κάθε περίπτωση, η αεροπορική εταιρεία θέλει μεγαλύτερη αποδοτικότητα. Θα περίμενα ότι η επιτάχυνση της σταδιακής κατάργησης των παλαιότερων αεροσκαφών και η αποδοτικότητα των καυσίμων θα βελτιωθούν ταχύτερα».
Σύμφωνα με traders κοντά στην ευρωπαϊκή αγορά καυσίμων αεριωθούμενων αεροσκαφών, η προσφορά έχει σε μεγάλο βαθμό καθοριστεί για τον Απρίλιο, με μεγαλύτερη αβεβαιότητα να διαφαίνεται τον Μάιο. Αναμένεται μηνιαία μείωση 651.000 τόνων τον Απρίλιο, φέρνοντας τον συνολικό όγκο σε 1,26 εκατομμύρια τόνων, σύμφωνα με τα δεδομένα παρακολούθησης πλοίων της Kpler. Μέχρι στιγμής, έχουν καθοριστεί μόνο 221.000 mt για τον Μάιο, κυρίως από τις ΗΠΑ.
