Οι κυβερνήσεις των Ισπανίας, Ιταλίας, Αυστρίας και Κροατίας (έως τώρα) δεν φοβήθηκαν μήπως επιδοτήσουν τους πλούσιους, όπως η ελληνική κυβέρνηση, και προχώρησαν σε γενναίες μειώσεις της φορολογίας στα καύσιμα και όχι μόνο.
Με τις ανακοινώσεις τους στρίμωξαν την ελληνική κυβέρνηση, αλλά και εγχώριους οικονομολόγους, οι οποίοι έχουν επιχειρηματολογήσει τα τελευταία χρόνια υπέρ της κυβερνητικής άποψης, αποδεικνύοντας ότι αν θέλει μια κυβέρνηση να μειώσει τους φόρους στα καύσιμα, απλώς το κάνει.
Η γνωστοποίηση των πρωτοβουλιών των εταίρων προκαλεί αυθόρμητα το ερώτημα: Εμείς τι κάνουμε; Μάλλον διυλίζουμε τον κώνωπα, όπως φαίνεται, καθώς ετοιμάζονται «δελτία» επιδομάτων τύπου fuelpass, ώστε τα μέτρα στήριξης να μην είναι οριζόντια. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει στα ύψη τούς συντελεστές του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα και του ΦΠΑ, όπου… ξεχάστηκαν από τις εποχές των μνημονίων και θα έπρεπε να μειωθούν πολύ νωρίτερα και χωρίς να ενσκήψει κρίση.
Συγχρόνως, με τη συνδρομή των υψηλών έμμεσων φόρων, ο κρατικός προϋπολογισμός παράγει πλεονάσματα και έχει τις αντοχές να προχωρήσει σε ουσιαστικά μέτρα στήριξης της κοινωνίας και της οικονομίας.
Μια ματιά στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που ανακοινώθηκαν δείχνει αύξηση του ποσοστού της φτώχειας τα έτη 2024 και 2025, με την Ελλάδα να είναι στη δεύτερη θέση της Ε.Ε., πίσω από τη Βουλγαρία.
Το ένα τρίτο των νοικοκυριών απλώς επιβιώνει και αυτό είναι μια διαπίστωση αρκετή για να καταστήσει σαφές ότι δεν μπορεί η παραγωγή πλεονασμάτων να είναι αυτοσκοπός της οικονομικής πολιτικής.
Στην παρούσα δύσκολη συγκυρία, νοικοκυριά και επιχειρηματικοί φορείς προσδοκούν ότι οι πρωτοβουλίες της Ισπανίας, της Ιταλίας, της Αυστρίας και της Κροατίας θα διαλύσουν τις «φοβίες» της ελληνικής κυβέρνησης και θα προβεί σε ανάλογες κινήσεις.
Πρόκειται, άλλωστε, για μειώσεις φόρων (ΦΠΑ και ΕΦΚ) που είχε υποσχεθεί προεκλογικά.
