Ανώτατα όρια στις τιμές ενέργειας, αποδεσμεύσεις στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και μεταρρυθμίσεις στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας:
η ευρωπαϊκή έως τώρα αντίδραση στην τρέχουσα ενεργειακή κρίση –λόγω της σύγκρουσης στο Ιράν– θυμίζει έντονα την αντίστοιχη μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Παρότι οι Βρυξέλλες επιχειρούν να κατευνάσουν κάθε ανησυχία διαβεβαιώνοντας για επαρκή αποθέματα φυσικού αερίου και πετρελαίου, εντούτοις εκείνο που ανησυχεί είναι κυρίως η απότομη αύξηση των τιμών, παραδέχονται κοινοτικές πηγές.
Υπό την πίεση αυτή, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας –που ήδη προειδοποίησε για κρίση βαθύτερη «από εκείνη του πολέμου του Γιομ Κιπούρ το 1973 και του πολέμου στην Ουκρανία το 2022»– μεσολάβησε για αποδέσμευση-ρεκόρ 400 εκατ. βαρελιών από εθνικά αποθέματα πετρελαίου, ενώ η Κομισιόν επαναφέρει την προοπτική επιβολής ανώτατων ορίων τιμών στο φυσικό αέριο.
Πρόκειται για τις ίδιες παρεμβάσεις που υιοθετήθηκαν με τον πόλεμο στην Ουκρανία, παρότι ο Γκεόργκ Ζάχμαν, οικονομολόγος ενέργειας στο Bruegel στις Βρυξέλλες, επισημαίνει στην «Κ» ότι «η τρέχουσα κρίση είναι διαφορετική, καθώς δεν πρόκειται για κρίση διαταραχής της ευρωπαϊκής προσφοράς, αλλά κυρίως για παγκόσμια κρίση τιμών ενέργειας».
Λίγες ώρες μετά την έκτακτη τηλεδιάσκεψη που διοργάνωσαν από κοινού η Γερμανία, η Ιταλία και το Βέλγιο, με τη συμμετοχή 20 Ευρωπαίων ηγετών –με αποκλειστικό θέμα τις τιμές ενέργειας–, η πρόεδρος της Κομισιόν την Τετάρτη πρότεινε πλαφόν στις τιμές φυσικού αερίου, μέτρο που είχε επίσης προταθεί το 2022, αλλά δεν ενεργοποιήθηκε ποτέ. Παρότι το έκτακτο αυτό εργαλείο επεκτάθηκε χρονικά έως τον Ιανουάριο του 2025, η Κομισιόν θα πρέπει να καταθέσει νέα νομοθετική πρόταση, διευκρινίζουν αρμόδιες πηγές. Σε κάθε περίπτωση, το πλαφόν, μέτρα κρατικής ενίσχυσης, καθώς και καλύτερη χρήση των συμβάσεων αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας θα κατατεθούν από την Κομισιόν στο επικείμενο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, την Πέμπτη, στις Βρυξέλλες.
Τα προτεινόμενα μέτρα και ιδιαίτερα εκείνο του πλαφόν δεν ενθουσιάζουν, πάντως, αρκετά κράτη-μέλη, παραδέχονται στην «Κ» κοινοτικές πηγές και εξηγούν ότι οι λόγοι ποικίλλουν. Πρώτον, πιθανή χρονική καθυστέρηση, λόγω της ανάγκης κατάθεσης νέας νομοθετικής πράξης. Κράτη-μέλη με δημοσιονομική ισχύ και υψηλότερο ποσοστό ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) επιδιώκουν επίσης μια προσέγγιση πιο κοντά στις απαιτήσεις της αγοράς, ενώ δεν θα συμφωνήσουν εύκολα σε μέτρα αναδιανομής πόρων, σημειώνουν οι ίδιες πηγές.
Αλλα κράτη-μέλη από την Ανατολική Ευρώπη ζητούν, εξάλλου, επανεξέταση του συνολικού σχεδιασμού της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ η Ιταλία επιδιώκει αναστολή του συστήματος εμπορίας εκπομπών (ETS), που εισήχθη το 2005 και αποτιμά οικονομικά τις εκπομπές άνθρακα, ενώ προωθεί καθαρότερες μεθόδους παραγωγής, μέσω π.χ. των ΑΠΕ. Πάντως, η Φον ντερ Λάιεν απέκλεισε ένα τέτοιο ενδεχόμενο –σε πλήρη ευθυγράμμιση με το Βερολίνο–, παραδέχεται όμως την ανάγκη εκσυγχρονισμού του. Η ιταλική κυβέρνηση θα επιμείνει και μάλιστα, όχι τυχαία, δεν ανακοίνωσε ακόμα εθνικά μέτρα, ενόψει του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, αναφέρουν κοινοτικές πηγές, που αναμένουν ότι η Μελόνι θα δώσει μάχη στις Βρυξέλλες και για συντονισμένα, επαρκή μέτρα για την ιταλική βιομηχανία.
Πριν από την επίσημη κατάθεση των μέτρων εκ μέρους της Κομισιόν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, αρκετά κράτη-μέλη καταφεύγουν ήδη σε απελευθέρωση αποθεμάτων πετρελαίου: η Ισπανία πρόκειται να αποδεσμεύσει ποσότητα-ρεκόρ ίση με 13% και η Πορτογαλία 10%. Η Λισσαβώνα, όμως, αποφάσισε ότι ο κύριος φόρος στα πετρελαιοειδή θα μειωθεί την επόμενη εβδομάδα σε περίπτωση που οι τιμές ντίζελ και βενζίνης αυξηθούν πάνω από 10 λεπτά ανά λίτρο. Η Στοκχόλμη πρόκειται επίσης να αποδεσμεύσει δύο εκατομμύρια βαρέλια αποθεμάτων πετρελαίου, ενώ η εθνικιστική αντιπολίτευση ζητάει αποζημίωση για τις υψηλές τιμές καυσίμων.
Το Παρίσι εξετάζει επιβολή πλαφόν στα περιθώρια κέρδους των πρατηρίων καυσίμων για να περιορίσει τις αυξήσεις τιμών, ενώ αποκλείει μειώσεις φόρων λόγω του υψηλού δημοσιονομικού κόστους. Το ενδεχόμενο αυτό φρέναρε προσώρας τα μέτρα στην Ισπανία. Οπως εξήγησε η κυβέρνηση, «σε αντίθεση με το 2022, η Κομισιόν δεν έχει απενεργοποιήσει ακόμα τους αυστηρούς δημοσιονομικούς κανόνες, ως εκ τούτου οποιαδήποτε αύξηση δημόσιων δαπανών χρειάζεται προσοχή». Η σλοβακική κυβέρνηση δίνει στο εθνικό διυλιστήριο Slovnaft προθεσμία πέντε ημερών για να αυτορρυθμίσει τις τιμές καυσίμων, πριν εξετάσει το ενδεχόμενο κρατικής παρέμβασης.
Ο Ζάχμαν, πάντως, εκτιμά πως για άμεση ανακούφιση χρειάζεται «στοχευμένη στήριξη, που δεν εμποδίζει τη μείωση της ζήτησης» δηλαδή, «λύσεις που παρέχουν κάποια χρηματική ενίσχυση, βάσει προηγούμενης κατανάλωσης, θα επιτρέπουν στους καταναλωτές να επωφεληθούν από την εξοικονόμηση ενέργειας». Ωστόσο, μακροπρόθεσμα «πρέπει να κάνουμε τα πάντα για να αυξήσουμε γρήγορα την εγχώρια παραγωγή ενέργειας».
Αρκετοί Ευρωπαίοι διπλωμάτες επισημαίνουν επίσης την ανάγκη επιτάχυνσης της ηλεκτροποίησης της οικονομίας (electrification). Για παράδειγμα η Ισπανία, που διαθέτει υψηλό ποσοστό ΑΠΕ, βιώνει μικρότερες διακυμάνσεις στις τιμές ενέργειας σε σύγκριση με άλλες χώρες, όταν το ακριβό φυσικό αέριο καθορίζει τις τιμές.
