Σε τροχιά υλοποίησης εισέρχεται μια νέα φάση σεισμικών ερευνών από το ελληνικό Δημόσιο, μέσω της ΕΔΕΥΕΠ, στις θαλάσσιες περιοχές της Δυτικής Ελλάδας.
Πρόκειται για μια κίνηση που φιλοδοξεί να δημιουργήσει πιο ώριμες και ελκυστικές συνθήκες για την παραχώρηση νέων θαλασσίων μπλοκ σε εταιρείες του upstream. Με άλλα λόγια, η πολιτεία επιχειρεί να ανοίξει το παιχνίδι σε περισσότερους παίκτες, προσφέροντας δεδομένα υψηλότερης ποιότητας και μειώνοντας το επενδυτικό ρίσκο.
Η διαδικασία θα ενεργοποιηθεί με την έκδοση Απόφασης από τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η οποία αναμένεται εντός των επόμενων ημερών. Με την υπογραφή της, θα δοθεί το «πράσινο φως» στην ΕΔΕΥΕΠ να δημοσιεύσει τη σχετική φιεθνή πρόσκληση ενδιαφέροντος, καλώντας εξειδικευμένες εταιρείες σεισμικών ερευνών να υποβάλουν προσφορές για το «σκανάρισμα» των ελληνικών θαλασσών.
Η πρόσκληση θα δημοσιευθεί τόσο στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης όσο και στην επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ, με τους ενδιαφερόμενους να διαθέτουν περιθώριο 90 ημερών για την κατάθεση των προτάσεών τους. Με δεδομένο ότι στόχος είναι οι νέες σεισμικές μελέτες να πραγματοποιηθούν στην επόμενη επιτρεπόμενη περίοδο -από τα μέσα Οκτωβρίου 2026 έως την άνοιξη του 2027- η διαδικασία πρέπει να κινηθεί άμεσα, ώστε να τηρηθούν τα απαιτούμενα χρονοδιαγράμματα.
Οι περιοχές που θα σκαναριστούν
Οι τεχνικές παράμετροι των ερευνών -από το είδος της τεχνολογίας έως το ακριβές χρονοδιάγραμμα και τις θαλάσσιες ζώνες που θα καλυφθούν- θα καθοριστούν από τις προσφορές των εταιρειών. Αυτό σημαίνει ότι το τελικο αποτελέσματα θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη διαθεσιμότητα ερευνητικών σκαφών της εταιρείας που θα προκριθεί.
Σε κάθε περίπτωση, ο στόχος είναι να «σκαναριστεί» μια εκτεταμένη θαλάσσια ζώνη, από το Βόρειο Ιόνιο έως και την Κρήτη. Πρόκειται κυρίως για μπλοκ που είχαν προκηρυχθεί από την ελληνική πολιτεία στον ανοικτό διαγωνισμό του 2014 για έρευνα υδρογονανθράκων, αλλά σήμερα είτε δεν έχουν παραχωρησιούχο είτε έχουν επιστραφεί στο Δημόσιο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το μπλοκ «Δυτικά Κρήτης», το οποίο επέστρεψε πρόσφατα στην πολιτεία μετά την αποχώρηση της κοινοπραξίας ExxonMobil – Helleniq Energy. Η κοινοπραξία είχε ολοκληρώσει προκαταρκτικές 3D σεισμικές μετρήσεις στις αρχές του 2024, ωστόσο επέλεξε να επικεντρωθει επενδυτικά στο μπλοκ 2, όπου προγραμματίζεται ερευνητική γεώτρηση σε συνεργασία με την Energean.
Υψηλότερης ποιότητας σεισμικά
Την ίδια στιγμή, ExxonMobil και Helleniq Energy συνεχίζουν την ωρίμανση του μπλοκ «Νοτιοδυτικά Κρήτης», επεξεργαζόμενες τα 3D δεδομένα που αποκτήθηκαν παράλληλα με εκείνα του γειτονικού θαλασσοτεμαχίου. Έτσι, η απουσία παραχωρησιούχου δεν συνεπάγεται έλλειψη προοπτικών: η περιοχή των 20.058 τετραγωνικών χιλιομέτρων, δυτικά της Κρήτης, εξακολουθεί να είναι γεωλογικά υποσχόμενη.
Παράλληλα, ανάλογα με τις προσφορές που θα υποβληθούν, δεν αποκλείεται να πραγματοποιηθούν πιο λεπτομερείς σεισμικές μετρήσεις ακόμη και σε μπλοκ που έχουν ήδη παραχωρηθεί. Για παράδειγμα, μια εταιρεία που θα προκριθεί μπορεί να προτείνει 3D σεισμικά σε περιοχές όπου οι παραχωρησιούχοι σχεδιάζουν 2D έρευνες, ώστε με τη συναίνεσή τους να επιταχυνθεί η ωρίμανση των συγκεκριμένων θαλασσοτεμαχίων.
Το βέβαιο είναι ότι τα νέα δεδομένα θα είναι πολύ υψηλότερης ποιότητας σε σχέση με εκείνα που διαθέτει σήμερα το ελληνικό Δημόσιο από τη σάρωση της PGS (νυν TGS) το 2012, στην οποία είχε βασιστεί ο διαγωνισμός του 2014. Παρά την επανεπεξεργασία τους, αυτά τα παλαιότερα δεδομένα αφορούν από αραιές σεισμικές γραμμές, ενώ προσκτήθηκαν με τεχνολογία που δεν συγκρίνεται με τις σύγχρονες μεθόδους.
Ένα νέο αρχείο δεδομένων που μειώνει το ρίσκο και αυξάνει το ενδιαφέρον
Η δημιουργία ενός νέου, πλουσιότερου αρχείου σεισμικών δεδομένων στοχεύει να αποτελέσει κίνητρο για την προσέλκυση νέων εταιρειών. Ένας «παίκτης» του upstream θα μπορεί να μισθώσει τα δεδομένα και, με σχετικά μικρή δαπάνη, να αποκτήσει σαφή προκαταρκτική εικόνα για τις προοπτικές ύπαρξης ορυκτού πλούτου. Αυτό μειώνει σημαντικά το επενδυτικό ρίσκο, το οποίο σήμερα λειτουργεί αποτρεπτικά, καθώς η διεκδίκηση ενός μπλοκ βασισμένη αποκλειστικά στα δεδομένα της PGS ενέχει πολύ μεγαλύτερη αβεβαιότητα.
Την ίδια στιγμή, η σάρωση μιας τόσο μεγάλης περιοχής από την ΕΔΕΥΕΠ επιτρέπει οικονομίες κλίμακας. Η δαπάνη θα ανακτηθεί σταδιακά μέσω της μίσθωσης των δεδομένων σε ενδιαφερόμενους, με την πολιτεία να έχει ενεργοποιήσει ένα εργαλείο για την ωρίμανση όλου του εγχώριου ερευνητικού προγράμματος.
Με αυτόν τον τρόπο, η ΕΔΕΥΕΠ δημιουργεί το υπόβαθρο για την είσοδο νέων εταιρειών στην ελληνική αγορά υδρογονανθράκων. Τέτοιες εταιρείες θα μπορούσαν να είναι μικρές και μεσαίες «παίκτες» του upstream, οι οποίοι μπορούν να αναλάβουν πιο περιορισμένες αλλά γεωλογικά ενδιαφέρουσες παραχωρήσεις – σε αντίθεση με τις μεγάλες εγχώριες εκτάσεις όπου δραστηριοποιούνται οι δύο αμερικανικοί κολοσσοί, Chevron και ExxonMobil.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, προς το παρόν, δεν εξετάζεται η επαναχάραξη των μη παραχωρημένων μπλοκ του διαγωνισμού του 2014. Η προτεραιότητα είναι η αναβάθμιση των δεδομένων και η δημιουργία ενός πιο ώριμου περιβάλλοντος για περισσότερες παραχωρήσεις.
