Σε εξαιρετικά εύθραυστη φάση εξακολουθεί να βρίσκεται η διεθνής αγορά πετρελαίου, καθώς παρά τα πρώτα μηνύματα αποκλιμάκωσης στις σχέσεις ΗΠΑ – Ιράν και τις προσδοκίες για μια πιθανή συμφωνία που θα μπορούσε να αποκαταστήσει σταδιακά τις ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ, η κρίση προσφοράς όχι μόνο δεν υποχωρεί αλλά εντείνεται.
Οι διεθνείς αναλυτές επισημαίνουν ότι η παρατεταμένη αναστάτωση στις θαλάσσιες μεταφορές και οι σημαντικές απώλειες παραγωγής έχουν ήδη προκαλέσει βαθύ πλήγμα στα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου, με αποτέλεσμα η αγορά να εισέρχεται στο καλοκαίρι με περιορισμένα περιθώρια ασφαλείας και αυξημένο κίνδυνο νέων ανατιμήσεων.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Goldman Sachs, τα παγκόσμια αποθέματα υποχωρούν με ταχύ ρυθμό και μέχρι τα τέλη Μαΐου αναμένεται να πέσουν κάτω από τις 98 ημέρες κάλυψης της ζήτησης, έναντι 105 ημερών στα τέλη Φεβρουαρίου. Πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων ετών, γεγονός που αντανακλά τη σοβαρότητα της διαταραχής στην αγορά.
Ο διευθύνων σύμβουλος της TotalEnergies Patrick Pouyanné ανέφερε ότι από την έναρξη της κρίσης έχουν ήδη αντληθεί περίπου 500 εκατ. βαρέλια από τα παγκόσμια αποθέματα, με ημερήσιες αποσύρσεις που φτάνουν τα 10 έως 13 εκατ. βαρέλια. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η παγκόσμια αγορά συντηρείται προσωρινά μέσα από τη χρήση στρατηγικών και εμπορικών αποθεμάτων, καθώς η τρέχουσα παραγωγή δεν επαρκεί για να καλύψει πλήρως τη ζήτηση.
Αντίστοιχα, η Rystad Energy εκτιμά ότι οι απώλειες προσφοράς έχουν ήδη φτάσει τα 600 εκατ. βαρέλια, ενώ σε πλήρη αποκατάσταση της παραγωγής το συνολικό έλλειμμα μπορεί να κινηθεί από 1,2 έως 2 δισ. βαρέλια. Ο επικεφαλής οικονομολόγος της εταιρείας Claudio Galimberti κάνει λόγο για μια από τις μεγαλύτερες διαταραχές που έχει γνωρίσει η αγορά πετρελαίου τις τελευταίες δεκαετίες.
Παρά τις πληροφορίες περί προόδου στις διαπραγματεύσεις Ουάσιγκτον – Τεχεράνης, που οδήγησαν σε προσωρινή αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η εικόνα παραμένει εξαιρετικά ασταθής. Το Brent υποχώρησε πρόσκαιρα κάτω από τα 102 δολάρια το βαρέλι, ωστόσο η φυσική αγορά αργού και καυσίμων εξακολουθεί να εμφανίζει έντονη στενότητα.
Οι ειδικοί εκτιμούν ότι ακόμη και στην περίπτωση επίτευξης συμφωνίας, θα απαιτηθούν αρκετοί μήνες μέχρι να αποκατασταθούν πλήρως οι ροές μέσω του Ορμούζ, να επανέλθει η παραγωγή και να αναπληρωθούν τα στρατηγικά αποθέματα. Ο επικεφαλής της Equinor Anders Opedal υποστηρίζει ότι η επιστροφή σε συνθήκες κανονικότητας δεν μπορεί να γίνει πριν περάσει τουλάχιστον ένα εξάμηνο.
Την ίδια στιγμή, η προσπάθεια πολλών χωρών να ενισχύσουν τα στρατηγικά τους αποθέματα ενδέχεται να διατηρήσει υψηλή τη ζήτηση. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Australia, η οποία ανακοίνωσε επενδυτικό πρόγραμμα άνω των 7 δισ. δολαρίων για την ενίσχυση των αποθεμάτων καυσίμων, καθώς εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές.
Η αγορά ανησυχεί ιδιαίτερα για το επόμενο διάστημα, καθώς η θερινή περίοδος στο βόρειο ημισφαίριο συνοδεύεται παραδοσιακά από αυξημένη κατανάλωση καυσίμων λόγω τουρισμού, μεταφορών και αεροπορικών ταξιδιών. Τα διυλιστήρια θα χρειαστεί να αντλήσουν επιπλέον ποσότητες από ήδη περιορισμένα αποθέματα προκειμένου να καλύψουν τη ζήτηση, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο νέας ανόδου των τιμών.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει αλλαγές στους κανόνες για τα υποχρεωτικά στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου, με στόχο να ενισχυθούν ειδικά τα αποθέματα καυσίμων αεροπορίας ενόψει πιθανών ελλείψεων.
Παράλληλα, οι πιέσεις δεν περιορίζονται στο πετρέλαιο. Η διακοπή παραγωγής LNG στο Κατάρ έχει επηρεάσει και την αγορά φυσικού αερίου, εντείνοντας τη συνολική ενεργειακή αστάθεια. Η ταυτόχρονη πίεση σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο δημιουργεί ένα δύσκολο περιβάλλον για τις οικονομίες και τις βιομηχανίες διεθνώς, την ώρα που η αβεβαιότητα στη Μέση Ανατολή παραμένει υψηλή.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, οι αγορές εκτιμούν ότι ακόμη και ένα θετικό διπλωματικό αποτέλεσμα δεν αρκεί για να επαναφέρει άμεσα την ισορροπία. Η φθορά στα αποθέματα και η πίεση στις εφοδιαστικές αλυσίδες έχουν ήδη αφήσει βαθύ αποτύπωμα, με αποτέλεσμα η μεταβλητότητα και οι υψηλές τιμές να παραμένουν κυρίαρχο χαρακτηριστικό της ενεργειακής αγοράς και τους επόμενους μήνες.
